Ο Βοηθός της Αντίστασης έκλεισε το κύκλο του.

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010 2:04 μμ |


ΑΛΛΑΞΑΜΕ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ.


ΜΕ ΝΕΟ ΟΝΟΜΑ (Αρχείο του Αντίσταση στις γειτονιές)


ΚΑΙ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΛΕΟΝ ΕΔΩ:


http://antigeitonies1.blogspot.com/


ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΩΣ ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ


"ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ!"





Σε νυχτιές «γεμάτες θάματα, σπαρμένες μάγια» - Μνήμη Ευγένιου Σπαθάρη

Σάββατο, 30 Μαΐου 2009 7:46 μμ |

Το Σάββατο το βράδυ ο Ευγένιος Σπαθάρης -πολύτιμος δάσκαλος και καλός και σεβαστός φίλος- μας κούνησε το μαντίλι, λέγοντάς μας το στερνό του αντίο. Μαζί του έφυγε και μια ολόκληρη εποχή της τέχνης του θεάτρου σκιών, αφήνοντάς μας για προσκεφάλι στα όνειρά μας και τη φεγγαράδα μιας βραδιάς Καραγκιόζη γεμάτης από του γιασεμιού τη λευκάδα και των νυχτολούλουδων την ανάσα.

            ΣΠΑΘΑΡΗΣ.jpgΗ δεκαετία του '60 ήταν μια κρίσιμη εποχή για το ντόπιο θέατρο σκιών. Η αντιπαράθεση που έχει αρχίσει από τις αρχές ακόμα του 20ού αιώνα ολοκληρώνεται με τη διάδοση των κινηματογράφων και την ανάπτυξη του λαϊκού σινεμά. Την ίδια στιγμή η παγκόσμια κινηματογραφική βιομηχανία τροφοδοτεί την εγχώρια αγορά. Ανάμεσα στα δυο θεάματα ξεκινά ένας ακήρυχτος πόλεμος, με εμφανή τα αποτελέσματα σε βάρος του Καραγκιόζη. Ο μεγάλος καραγκιοζοπαίκτης Βασίλαρος θα γράψει στα απομνημονεύματά του «ούθε να πάω περαστικοί κινηματογράφοι, μας λυσσάξανε». Τη δύσκολη για το θέατρο σκιών αυτή περίοδο, η παρουσία και η συμβολή του Ευγένιου Σπαθάρη στη συντήρηση και διάδοση του Καραγκιόζη είναι καταλυτική. Ηδη είναι γνωστός στο πανελλήνιο και η φωνή του μέσα από τα «σαρανταπεντάρια», με παραστάσεις του το 1962, καθιερώνεται και γίνεται αναγνωρίσιμη σαν η φωνή του Καραγκιόζη. Ακούραστα και μ' ολοένα μεγαλύτερη συχνότητα παρουσιάζει τη δουλειά του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, δίνοντας το μέτρο της αξίας του σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος.

Σταθμός με μεγάλο λαϊκό έρεισμα είναι οι παραστάσεις του στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης, που θα συνεχιστούν με κάποια διαλείμματα για περισσότερο από μια εικοσαετία, με διοργανωτές τη ΔΕΘ και για μια περίοδο την Εθνική Τράπεζα. Ο ίδιος πολύ αργότερα θα θυμάται εκείνα τα χρόνια, τους πιτσιρικάδες που έμπαιναν από τα κάγκελα κάθε βράδυ ή παρακαλούσαν, «θείε, βάλε με μέσα», τους επισκέπτες της Εκθεσης, μόνο και μόνο για να θρονιαστούν ανυπόμονα και εκστατικά «κατάχαμα», μπροστά από τον μπερντέ του Ευγένιου.

Από τότε χιλιάδες παραστάσεις, συνεντεύξεις σε ράδιο και τηλεόραση, εργαστήρια, δίσκοι, CD, εκθέσεις εικαστικών, θέατρο, κινηματογράφος. Αεικίνητος και «πανταχού παρών» οργώνει κυριολεκτικά με μια βαλίτσα φιγούρες τις στράτες της πατρίδας μας, κάνοντας τον Καραγκιόζη του εκφραστή των «μύριων όσων» συναισθημάτων του λαού μας, μετουσιώνοντας την πίκρα, την οργή και τα πάθια του σε μια κοινωνική κριτική και αυτοκριτική που «κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει». Και είναι αλήθεια ότι το τραγικό χιούμορ του Καραγκιόζη αναμφίβολα σφραγίζει την οδυνηρή μα και συνάμα αγωνιστική, ταξική αυτογνωσία του λαού μας.

Χατζ.: Καλημέρα Καραγκιόζη μου.

Καρ.: Μμμμμμμ!!!

Χατζ.: Πες βρε μια καλημέρα. Του Θεού είναι η καλημέρα.

Καρ.: Και η αδεκαρία και ανεργία τίνος είναι, ρε μαλαγάνα;

Είναι δύσκολο να σταθεί κανείς αναλυτικά στο πλούσιο έργο του Ευγένιου Σπαθάρη, κάτι που πρέπει οι μελλοντικοί ερευνητές να το αναλάβουν σαν ανάγκη, προσφορά, τιμή και χρέος.

Ο Ε. Σπαθάρης του θεατρικού πάλκου

            Το 1951 συνεργάζεται με τη Ραλλού Μάνου, τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα στο χορόδραμα «Καταραμένο φίδι». Η παράσταση παίζεται και στην Αίγυπτο. Είναι η πρώτη έξοδος του Ευγένιου από τη χώρα. Το 1953, μεγάλη περιοδεία σε Αμερική, Καναδά και Κούβα με τη διεύθυνση της Ντόρας Στράτου, με αποκορύφωμα την εμφάνιση στο Κάρνεγκι Χολ σε συνεργασία με το Δημήτρη Μητρόπουλο. Το 1954 συνεργάζεται με τη Σοφία Βέμπο.

Στη θεατρική περίοδο 1965-66 το ΚΘΒΕ ανεβάζει το «Ταξίδι» του Γ. Θέμελη σε σκηνοθεσία, σκηνικά και κουστούμια δικά του, στο ρόλο του Καραγκιόζη ο Νικήτας Τσακίρογλου (πρεμιέρα 19 Ιουνίου 1966). Η παράσταση θ' αφήσει εποχή κι έκτοτε μνημονεύεται σαν ένα από τα κορυφαία καλλιτεχνικά γεγονότα της Θεσσαλονίκης. Το χειμώνα του 1969-70 παίζεται η κωμωδία του Γιώργου Γιαννακόπουλου «Ο Καραγκιόζης Δικτάτωρ» σε σκηνοθεσία, σκηνογραφία πάλι του Σπαθάρη, στο ρόλο του Καραγκιόζη ο Κούλης Στολίγκας.

Το 1972 είναι μια κορυφαία στιγμή για το ελληνικό θέατρο όσο και για τον Ευγένιο. Ανεβαίνει «Το μεγάλο μας τσίρκο» με τις συμβουλές και έναν φανταστικό θεατρικό διάκοσμο του Σπαθάρη. Η παράσταση απαγορεύεται από τη χούντα σαν αντιστασιακή εκδήλωση. Στο ρόλο του Καραγκιόζη ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. Το 1973 συνεργάζεται με το Θέατρο Τέχνης του Κ. Κουν στο «Καραγκιόζης παρ' ολίγο Βεζύρης», στο ρόλο του Καραγκιόζη ο Γιώργος Λαζάνης. Χρόνια μετά το 1995 ο Εταιρικός Θίασος ΣΕΗ «Θέατρο της γελοιότητας» θα παρουσιάσει το καλοκαίρι του 1995 το ίδιο έργο του Γ. Σκούρτη με σύμβουλο παράστασης τον Ε. Σπαθάρη. Στο ρόλο του Καραγκιόζη ο Τάκης Χρυσικάκος.

Το 1999 το ΔΗΠΕΘΕ Ρόδου ανεβάζει σε σκηνοθεσία δικιά του το έργο «Σκιών καμώματα», με τον Τάκη Βαμβακίδη στο ρόλο του Καραγκιόζη. Το έργο θα περιοδεύσει σ' όλη την Ελλάδα. Το 2001 ερμηνεύει σαν ηθοποιός τον Πλούτο του Αριστοφάνη στην Επίδαυρο με το Θέατρο Τέχνης. Το 2002 συνεργάζεται με τον Πολιτιστικό Οργανισμό Λεμεσού και πρωταγωνιστεί στο έργο του «Σπαθάρης ο Ελληνας». Τέλος, την ίδια χρονιά συνεχίζει τη συνεργασία του με τον Τάκη Βαμβακίδη στο νέο του έργο «Ε ρε ευρω ...;γλέντια».

Το εικαστικό έργο του

            1948! Ο Ε. Σπαθάρης τολμά την πρώτη του έκθεση με φιγούρες και αφίσες στο σπίτι του Ναυάρχου Καβαδία. Η έκθεση την επόμενη φορά θα μεταφερθεί στον Αγγλοελληνικό σύνδεσμο. 1949-50 παίρνει μέρος στις εκθέσεις ζωγραφικής στο Ζάππειο και βραβεύεται. Από τότε στην Ελλάδα και το εξωτερικό, πληθώρα επιτυχών εκθέσεων. Ετσι ενδεικτικά θα αναφέρω μόνο την εικαστική παρουσία του στη Θεσσαλονίκη.

Οι Θεσσαλονικείς θα έχουν την ευκαιρία να θαυμάσουν το εικαστικό έργο του Ε. Σπαθάρη το φθινόπωρο του 1975 στην αίθουσα τέχνης «Ενημέρωση» όπου παρουσιάζονται πίνακες, αφίσες και φιγούρες του που αποσπούν το θαυμασμό των επισκεπτών για τη λαϊκότητα κι απλότητα της γραμμής, τη ζωντάνια των χρωμάτων και τη θεματολογία. Ξεχωρίζουν οι πίνακες «Κουταλιανός» και «Θέατρο σκιών». Τον Ιανουάριο του 1992 το ΚΘΒΕ διοργανώνει στο «Βασιλικό Θέατρο», στις εκδηλώσεις για τα 30 χρόνια του, έκθεση έργων του Σπαθάρη και δέκα παραστάσεις στον ίδιο χώρο. Το 2004, ατομική έκθεση στην αίθουσα τέχνης Metamorfosis. Η πόλη μας αντιπροσωπεύεται με τα έργα "Καστανάς στην αψίδα", "Ο κουταλάς", "Λευκός πύργος". Το 2002 συμμετέχει σε ομαδική στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο. Τέλος, η Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης φιλοξενεί έργα του, που μπορεί κανείς να τα θαυμάσει στην έκδοση του ΙΑΝΟΥ "Ελληνες λαϊκοί κα ναϊφ ζωγράφοι".

Πολυπράγμων, σεμνός και απλός

            Στο μεταξύ οι παραστάσεις του Ε. Σπαθάρη ψυχαγωγούν το κοινό της Ελλάδας και συχνά απασχολούν τον καθημερινό και περιοδικό Τύπο της. Συνεντεύξεις, ράδιο, τηλεόραση (από τους πρωτεργάτες και στα δύο), κινηματογράφος (συμμετείχε με τις φιγούρες του ή συνέβαλε σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες και διαφημίσεις, μα προπάντων παραστάσεις. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς! Το "Θανάση Διάκο" στη Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών ή το "Μέγα Αλέξανδρο" στο Λυσσέ της Θεσσαλονίκης. Τις τόσες συμμετοχές του στα ΔΗΜΗΤΡΙΑ. Τους "Βάτραχους" του Αριστοφάνη το 1980 ή τον "Ερωτόκριτο" στα Ανώγεια με συνεργάτες τον Λουδοβίκο των Ανωγείων και τον Ψαραντώνη.

0μως εμείς θα σταθούμε μαζί με τους "τζαμπατζήδες" πιτσιρίκους στη ΔΕΘ μπροστά στη μαγεία των σκιών του Ευγένιου και ακόμα θα νοσταλγήσουμε εκείνο το καλοκαιριάτικο βράδυ στις 5 Αυγούστου του 1980 στις Διεθνείς Ημέρες Ανοιχτού Θεάτρου, στο θέατρο ΑΒΕΡΩΦ στην Αθήνα, στο έργο "Αθανάσιος Διάκος κι ο Καραγκιόζης καντηλανάφτης". Τραγούδαγε η Δόμνα Σαμίου συνοδεία λαϊκής ορχήστρας, αποκορύφωμα όμως ήταν η αποθέωση στο τέλος, με τον Ευγένιο να περνά μπροστά στη σκηνή και να παίζει μεταμφιεσμένος προσωπικά τον Καραγκιόζη καντηλανάφτη.

Πράγματι πολυπράγμων στην τέχνη του ο Σπαθάρης. Διαβάζουμε στη "Θεσσαλονίκη" της 31ης Ιανουαρίου 1992 στο άρθρο "Τα όνειρα του Καραγκιόζη": «Κάνω πολλές επεμβάσεις γιατί θέλω να δει ο κόσμος αξιόλογα πράγματα (...) Εχω ανεβάσει εδώ στη Θεσσαλονίκη τον "Καραγκιόζη Δικτάτορα" επί δικτατορίας μάλιστα. Συνεργάστηκα με τον Σαββόπουλο, την Καρέζη και τον Καζάκο. Θέλω να συνδυάζω το έμψυχο με το άψυχο. Οπως έκανα εδώ στο Βασιλικό».

Αυτός ήτανε ο Καραγκιόζης του Ε. Σπαθάρη! Μια αγωνιώδης υπαρξιακή φωνή, μια πανανθρώπινη έκκληση διαμαρτυρίας, μα προπάντων μια αιώνια πίστη στον άνθρωπο και τα πεπρωμένα του. Σήμερα, στην εποχή της λιτότητας, της ακρίβειας, της ανεργίας και των επεμβάσεων όπου γης, το τραγικό "πεινάωωωωω" του Καραγκιόζη του είναι επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε, όσο επίκαιρο κι απειλητικό είναι το ξέσπασμα του μπαλωμένου και ξιπόλητου ήρωά μας "όξω απ' την παράγκα, ρε!"

Στην πορεία του χρόνου θα συνειδητοποιήσουμε περισσότερο την απώλεια του Ευγένιου Σπαθάρη. Νοσταλγώντας το λευκό σεντονάκι του και τη λάμπα την τρελή, στα δύσκολα χρόνια που έρχονται, θα καταλάβουμε πόσο πολύτιμα μας ήτανε. Πόσο μεστά, σεμνά και απλά, όσο σεμνός και απλός ήταν ο ίδιος.

 

Γιάννης Χατζής

Καραγκιοζοπαίκτης


Δημοσιεύτηκε στη Προλεταριακή Σημαία 620, 23/5/2009


ΜΟΥΣΑΦΕΡΑΤ - Οι χίλιες και μια νύχτες ενός καταυλισμού προσφύγων

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009 2:07 μμ |

Το άρθρο αυτό δημοσιεύεται στην Προλεταριακή Σημαία 615 που κυκλοφορεί σήμερα Σάββατο 7 Μαρτίου.


mousaferat.jpgΜΟΥΣΑΦΕΡΑΤ

Οι χίλιες και μια νύχτες ενός καταυλισμού προσφύγων

Βασίλης Λαδάς. Εκδόσεις Futura.

Αθήνα 2008

«Σε λίγες ημέρες η Πάτρα θα ξαναγίνει το επίκεντρο των οργανωμένων, εμπορικά, αποκριάτικων γιορτών που φέρνουν κόσμο και χρήματα στην πόλη και της δίνουν μια σύντομη λάμψη δημοσιότητας. Η πόλη θα φωτιστεί, αλλά οι άνθρωποι στον καταυλισμό των Αφγανών προσφύγων θα παραμείνουν στη σκιά. Για τους περισσότερους επισκέπτες, αυτό θα μείνει μια άγνωστη πτυχή στη ζωή της πόλης ή μια κατάσταση που δεν αρμόζει να θυμόμαστε στο γιορτινό και ευχάριστο κλίμα των ημερών.» Έτσι ξεκινούσε το άρθρο που είχα στείλει στην εφημερίδα πριν από δεκαπέντε ημέρες, για να παρουσιάσω το βιβλίο του Βασίλη Λαδά. Μεσολάβησε ο σοβαρός τραυματισμός του ανήλικου Αφγανού την Καθαρή Δευτέρα, την ώρα που προσπαθούσε να σκαρφαλώσει σε νταλίκα, από ασυνείδητο χειρισμό του φορτηγατζή και η δίκαιη οργή μιας χιλιάδας τουλάχιστον Αφγανών που συγκεντρώθηκαν στο λιμάνι και συγκρούστηκαν με την αστυνομία.

Το γεγονός ξαναζωντάνεψε τη στημένη συζήτηση στα μεγάλα αθηναϊκά ΜΜΕ, στην οποία ο δήμαρχος ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο, με νέες, πιο σκληρές προφητείες για τον κίνδυνο αυτοδικίας από τη μεριά μιας μερίδας Πατρινών εάν δεν απομακρυνθούν οι πρόσφυγες από την πόλη. Η Πάτρα -τελικά από ένα τραγικό γεγονός- δεν κατάφερε ούτε για το γιορταστικό τριήμερο να ξεχάσει. «Σε μια πόλη που γιορτάζει τον Καρνάβαλο και την Αποκριά, το γαλατικό χωριό των Αφγανών αποτέλεσε την ύψιστη μεταμφίεση για να προβοκάρει και να αποκαλύψει στους αμεταμφίεστους Πατρινούς το πρόσωπό τους συλλογικά και ατομικά, να ξεσκεπάσει υποκρισίες, πολιτικά συμφέροντα, απόκρυφες οικονομικές διαπλοκές μέσα στο λιμάνι και γύρω από τον καταυλισμό, έδρασε σαν τον μεταμφιεσμένο σε ζητιάνο ήρωα των μεγάλων επών και παραμυθιών που με τη μεταμφίεσή του ξεγυμνώνει το πραγματικό πρόσωπο των αμεταμφίεστων» γράφει ευθύς εξαρχής σχεδόν ο Βασίλης Λαδάς, ξεκαθαρίζοντας μονομιάς και την οπτική μέσα από την οποία ξεκινά την αφήγησή του στο «Μουσαφεράτ» για τις ... «χίλιες και μια νύχτες ενός καταυλισμού προσφύγων».

Αρκετά πριν εμφανιστούν οι Αφγανοί στην Πάτρα, το λιμάνι ήταν ο προορισμός (και η αφετηρία για τους τυχερούς) για όσους, κυρίως Κούρδους του Ιράκ και της Τουρκίας, επιδίωκαν να ταξιδέψουν παράνομα προς τη Δύση. Από το 2002 άρχισαν να πληθαίνουν οι Αφγανοί που αναζήτησαν έναν τόπο διαμονής στο χρόνο που απαιτούσαν οι προετοιμασίες και οι δύσκολες συνθήκες για την απόδραση προς τη Δυτική Ευρώπη. Ο Βασίλης Λαδάς αναπαριστά και αναλύει τα γεγονότα από το φθινόπωρο του 2007 μέχρι τον Ιούλη του 2008, αναφορικά με τη μεγάλη μάχη που δόθηκε για την υπεράσπιση των Αφγανών και του καταυλισμού τους, την ίδια την αγωνιστική ανάταση των προσφύγων που αντιστάθηκαν, το κίνημα αλληλεγγύης και μια σειρά πλευρές που αναδείχτηκαν σε αυτήν τη διαδρομή των πυκνών και πρωτόγνωρων γεγονότων για την πόλη. Όχι μόνο αυτά όμως. Αλλά και τη συσχέτιση των όσων συνέβησαν (και συνεχίζουν να συμβαίνουν) γύρω από τον προσφυγικό καταυλισμό με την ίδια την πόλη, τους κατοίκους της, τις τοπικές αρχές, το δήμαρχο, τις κοινωνικές και πολιτικές διαιρέσεις, τα συμφέροντα, μεγάλα και μικρά, τις ιδεοληψίες, τους φόβους, τις ενοχές και τις υπερβάσεις. Αυτή η προσπάθεια, ακόμη και αν κάποιος μπορεί να τη θεωρεί ατελή, είναι κατά τη γνώμη μου μια από τις σημαντικές αρετές του κειμένου. Περιγράφει επίσης απλά, δίχως περιττές κραυγές, τη μεγάλη μάχη που δόθηκε, το κίνημα αλληλεγγύης. Συμπεριλαμβάνει έναν ολόκληρο κόσμο της ποικιλώνυμης Αριστεράς και των αντιεξουσιαστών και αναρχικών που πάλεψαν από κοινού για να εμποδιστεί η καταστροφή του καταυλισμού και να προστατευθούν οι δύστυχοι Αφγανοί.

Μουσαφεράτ στα φαρσί θα πει ταξίδι και Μουσαφερίμ οι ταξιδιώτες, οι επισκέπτες. Η λέξη με παραλλαγές συναντάται σε πολλές γλώσσες και στα ελληνικά με το μουσαφίρης. Για τους νεαρούς άνδρες από το Αφγανιστάν που οδηγήθηκαν στους δρόμους της αναγκαστικής προσφυγιάς εξαιτίας του πολέμου που προκάλεσαν οι μεγάλες δυνάμεις στη χώρα τους εδώ και τριάντα χρόνια και κυρίως μετά την αμερικάνικη επέμβαση του 2001, ο συγγραφέας μιλά με τρυφερότητα, χωρίς να αποφεύγει να αναφερθεί στις σκληρές και δύσκολες πλευρές της προσπάθειάς τους να πάνε προς τη Δύση. «Δεν είναι αθώοι οι πρόσφυγες. Έχουν την πονηριά του ανατολίτη χωριάτη. Πρέπει να επιβιώσουν με κάθε τρόπο. Με τη σιωπή, το χαμόγελο, την επιφύλαξη, την κλοπή, την προδοσία, το μαχαίρι. Μεταξύ τους υπάρχουν διανοούμενοι, χωριατόπαιδα, τεχνίτες αλλά και απατεώνες, δουλέμποροι και κλέφτες. Αυτοί οι ελάχιστοι επιβάλλονται στις μικρές παράνομες κοινωνίες τους διότι διαχειρίζονται σε συνεργασία με Έλληνες τους τρόπους φυγής στη Δύση» .

 Ο Βασίλης Λαδάς είναι τελικά αισιόδοξος για την επιτυχία της προσπάθειας των νεαρών Αφγανών να πάνε σε αυτό που αυτοί ονειρεύονται σαν «γη της επαγγελίας». Όπως τόνισε και στη μικρή ομιλία που έκανε στην παρουσίαση της Θεσσαλονίκης, δύσκολα μπορεί να εμποδίσει κανείς τόσους νέους ανθρώπους από το στόχο ζωής που έχουν βάλει. Ένας στόχος εν πολλοίς χίμαιρα, αλλά γι' αυτούς ο υπέρτατος σκοπός που αξίζει κάθε θυσία. Στα ρεπορτάζ που ακολούθησαν τα γεγονότα της Καθαροδευτέρας, αυτό που συγκράτησα αναφορικά με αυτή τη διαπίστωση του Λαδά είναι η έκπληκτη και αμήχανη ομολογία ενός φορτηγατζή πως ακόμη και τα φορτηγά-ψυγεία δεν αποτελούν άβατη κρυψώνα, πλέον, για τους Αφγανούς!

 Δεν έχω διαβάσει άλλα κείμενα, πεζά και ποιήματα, από αυτά που έχει γράψει ο Βασίλης Λαδάς και έχουν δημοσιευτεί. Ζώντας από κοντά τα γεγονότα και γνωρίζοντας τις εσωτερικές πτυχές της κοινωνικής ζωής της πόλης, ενεργός στο κίνημα αλληλεγγύης που αναπτύχθηκε, δημιούργησε ένα κείμενο που σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή, ποιητικό αλλά ταυτόχρονα ζωντανό και ρεαλιστικό. Και μόνο το γεγονός όμως πως καταπιάνεται με το καυτό πρόβλημα των Αφγανών και τον καταυλισμού τους στην Πάτρα σε μια στιγμή που το ζήτημα εξακολουθεί να παραμένει επικίνδυνα επίκαιρο μετατρέπει αυτόματα την έκδοση σε όπλο για το κίνημα αλληλεγγύης. Γι' αυτό αξίζει όχι μόνο να διαβαστεί αλλά και να χρησιμοποιηθεί, με την καλή έννοια, σαν έναυσμα για την ενδυνάμωση της υποστήριξης προς τους Αφγανούς ικέτες. 

 Το «Μουσαφεράτ» κινήθηκε στο περιθώριο της επίσημης βιβλιογραφικής παρουσίας, σύντομα όμως έγινε γνωστό μέσω των διάφορων ανεξάρτητων ιστολογίων με πρωτοβουλία ενός κόσμου που αγωνίζεται για τα δικαιώματα των προσφύγων και των παράνομων μεταναστών. Ένα κείμενο δημοσιεύτηκε στο «κυριακάτικο Βήμα» από το δημοσιογράφο Νίκο Μπακουνάκη στις 25 του περασμένου Γενάρη (http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=61&artid=252219) και έγινε μια παρουσίαση στο Nosotros στα Εξάρχεια και μία που παρακολούθησα στη Θεσσαλονίκη σε αίθουσα της ΕΔΟΘ μέσα σε ένα ζεστό κλίμα, με λίγους, δυστυχώς, ακροατές.

                                          Δημήτρης Παυλίδης

 

 

Μικρός δακτύλιος, Κώστας Κατσουλάρης

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009 12:10 πμ |

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΔΑΚΤΥΛΙΟΣ.jpgΔώδεκα σύντομα διηγήματα που πλέκονται γύρω από το κέντρο της Αθήνας, το μικρό δακτύλιο με μυθικό κέντρο τον Λυκαβηττού.

Πολλά υποσχόμενη η αρχή με το Ο Βράχος, όπου ο συγγραφέας αξιοποιεί μια διπολική αφήγηση: από τη μια ένας εικοσάρης που διηγείται την καθημερινότητα της παρέας του, την ενηλικίωση τους τη δεκαετία του ΄80, και από την άλλη κάποιος άλλος -μπορεί και ο γερασμένος σαραντάρης εαυτός του- που του απαντά σαρκαστικά, αλλά νοσταλγικά παρεμβάλλοντας τη δική του οπτική για τα τεκταινόμενα και σκιαγραφώντας το περίγραμμα μιας εποχής που χαρακτηρίστηκε από την πασοκοκρατία, το λούμπεν περιθώριο των φρικιών και των τοξικομανών, το κυνηγητό με τους μπάτσους στα στενά των Εξαρχείων.

Το δεύτερο διήγημα είναι μια φαντασιακή αναζήτηση του θεατρικού συγγραφέα Γιώργου Διαλεγμένου για τον Ιδανικό Θεατή του έργου του Bella Venezia, αναζήτηση που μένει άκαρπη επειδή ο θεατής ως άλλος Γκοντό δεν εμφανίζεται ποτέ έχει ίσως επιλέξει να μείνει στο σπίτι του.

Από εκεί και πέρα τα πράγματα περιπλέκονται λίγο. Ο αναγνώστης θα δυσκολευτεί να ενδιαφερθεί για τον Κ. Τζούμα, πόσο μάλλον για τον σωσία του (ακόμη κι αν στην ιστορία υπονοείται στο περίπου ένα ζήτημα ταυτότητας). Το ίδιο ισχύει και για τα αδικαιολόγητα, άχρηστα ψώνια, το ψωνιστήρι στα μπαρ, και τις άναρχες σεξουαλικές συνήθειες των νέο-μικροαστών. Ναι μεν σταχυολογεί ο Κατσουλάρης ψήγματα του αστικού τοπίου και της ζωής της πόλης, αλλά αποφεύγει να φτάσει στο βάθος τους. Έχουμε να κάνουμε με διαβασμένο συγγραφέα, με πολύ καλές επιρροές, που όμως χάνεται κάπου στη διαδρομή.

Πολύ ευχάριστο ξάφνιασμα το Σχεδόν Καθόλου του Σπύρου Κρίμπαλη που φιλοξενείται στο βιβλίο και επιδεικνύει περιγραφική δύναμη, γρήγορο ρυθμό και καλή διαχείριση του στοιχείου της έκπληξης. Επιπλέον, το βιβλίο διανθίζεται από τις φωτογραφίες του Καμίλο Νόλλα, οι οποίες τραβηγμένες από κινητό τηλέφωνο, αποτυπώνουν με ακρίβεια την αμεσότητα και την ζωντάνια των στιγμιότυπων που αιχμαλώτισαν. Και οι δυο συνεισφορές 'κουμπώνουν' δομικά στο βιβλίο και ίσως προδίδουν  και μια διάθεση για τη δημιουργία ενός πιο συλλογικού συγγραφικού σύμπαντος.

Γεγονός είναι ότι οι μανιώδεις λάτρεις του κέντρου και των 'φυλών' που κατοικοεδρεύουν και κινούνται γύρω από αυτό, ξεκινούν την ανάγνωση θετικά προδιατεθειμένοι, ωστόσο μένουν ανικανοποίητοι. Ο μικρός δακτύλιος μας ανοίγει την όρεξη, αλλά δεν καταφέρνει να μας χορτάσει. Αναλώνεται σε αναφορές στα διάφορα πέρα-δώθε και τις περιπετειούλες lifestyle ηρώων που ελάχιστα αφορούν τον μέσο αναγνώστη και παραμερίζει την πόλη καθεαυτή και αυτούς που θα λέγαμε 'αληθινούς ανθρώπους' σε δεύτερο πλάνο. Υπάρχει μια ανερμάτιστη αναπαραγωγή υπαρξιακών αδιεξόδων, ανεκπλήρωτων ερώτων, αλλοτρίωσης και μοναξιάς από μια σκοπιά που ρέπει στον αστισμό.

Με άλλα λόγια, και το Φίλιον είναι Αθήνα, άλλα δεν είναι μόνο αυτό.

Πολιτισμός ή βαρβαρότητα; Βαρβαρότητα!

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009 6:21 μμ |

Eνα από τα ζητήματα που έθεσαν τα γεγονότα του Δεκέμβρη ήταν και η ανάγκη τοποθέτησης όλων απέναντί τους, είτε προς τη μία κατεύθυνση είτε προς την άλλη. Hταν τέτοια η δυναμική τους που αυτό αφορούσε όχι μόνο τα υποκείμενα αυτών των γεγονότων και τις δυνάμεις που παρεμβήκανε σε αυτά, αλλά τελικά ολόκληρη την κοινωνία. Μέχρι και εκείνο το κομμάτι της επονομαζόμενης διανόησης αλλά και των καλλιτεχνών που ως τα τώρα εάν δεν παρέμβαινε στα πράγματα με έναν αντιδραστικό τρόπο τηρούσε μία στάση αποχής και αδιαφορίας. 

Μετά τις παρεμβάσεις νέων καλλιτεχνών σε θεατρικές παραστάσεις διακόπτοντας τη ροή της παράστασης, ανάλογα συμβάντα στο μέγαρο μουσικής, δρώμενα γύρω από το δέντρο του Συντάγματος με το στολισμό του με σκουπίδια, ακόμα και η ολιγόλεπτη κατάληψη της ΕΡΤ με τη διακοπή του προγράμματός της, διάφοροι διανοούμενοι και καλλιτέχνες βγήκαν είτε με καθαρά αντιδραστικό τρόπο να καταγγείλουν την «κατάλυση της δημοκρατίας» (βλέπε επιστολή Δοξιάδη, Θεοδωρόπουλου, Μάρκαρη) είτε να υπερασπίσουν τις συγκεκριμένες προσπάθειες. 

Είναι τέτοιος ο αριθμός των παρεμβάσεων, κειμένων, απόψεων και δράσεων, των ζητημάτων που άνοιξαν στο συγκεκριμένο χώρο, ο οποίος είχε χρόνια να συζητήσει τέτοια θέματα, που αρκούν από μόνα τους ώστε να διαψεύσουν αυτούς που μίλησαν για επίθεση στην «ελευθερία της έκφρασης». Παρόλα αυτά, θα θέλαμε να απαντήσουμε σε αυτούς που το μόνο που κατάλαβαν ή έκαναν πως κατάλαβαν από όλα αυτά τα γεγονότα ήταν ο «ο κίνδυνος της δημοκρατίας», η «παρχή σκοταδιστικών εποχών όπου θα καίγονται τα βιβλία» από αυτούς που εισβάλλουν στα θέατρα και κρεμάνε πανό στην Ακρόπολη, την κωμικοτραγική «πολιτιστική επανάσταση» των απολίτιστων και άλλα τραγελαφικά που μόνο σαν εκδηλώσεις πανικού της καθεστωτικής διανόησης μπορούμε να τα εκλάβουμε.

Τόσο λοιπόν ενοχλήθηκαν οι παραπάνω κύριοι από τη διακοπή της παράστασης ώστε να τα βάλουν σχεδόν με όλους: Πρώτα απ' όλα με τους διαμαρτυρόμενους που προσέβαλαν τη θεατρική τέχνη, τους θεατράνθρωπους που τους ανέχτηκαν, το κοινό που χειροκροτούσε, το κράτος που απουσίαζε και δεν αστυνομεύει τα θέατρα, τους «ένοχους μεσήλικες» που τους προτρέπουν να «αφουγκραστούν τα μηνύματα ανομίας». Ή μήπως τους πείραξε περισσότερο το σύνθημα που γράφτηκε στο φουαγιέ «σκατά στους κουλτουριάρηδες»;

Ο,τι και να είναι πάντως, είναι τόσο έκδηλος ο μικροαστισμός  τους, σαν να τους σπάσανε τη γυάλα στην οποία ζούσανε τόσο καιρό -και μαζί το αίσθημα ασφαλείας τους-, που αναζητούν εναγωνίως την επαναφορά στην ομαλότητα της προηγούμενης κατάστασης. Είναι τόσο μεγάλη η αγωνία τους και η βιασύνη τους για αυτό, που το γεγονός της δολοφονίας του Αλέξανδρου προσπερνιέται με χαρακτηριστική άνεση σαν «τραγικό γεγονός» ώστε να συνεχίσουν τη δυσφήμιση και συκοφάντηση των αγωνιζόμενων νεολαίων. Καθότι συγγραφείς και οι τρεις, τόσο φτωχό υπήρξε το λεξιλόγιό τους για το ζήτημα της δολοφονίας; Απλά τραγικό;

Με το ξεπερασμένο δασκαλίστικο ύφος τους και την ξύλινη γλώσσα του συστήματος προσπαθούν να αφορίσουν και να τσουβαλιάσουν τη νεολαία για τα γεγονότα. Είναι γενικότερα τέτοια η υποκρισία, που οι διακοπές στην τηλεόραση για διαφημίσεις στη μέση της ταινίας είναι το φυσιολογικό, ώστε η διακοπή-παρέμβαση για να ακουστεί μία διαφορετική άποψη αποτελεί κατάλυση της δημοκρατίας. Η θέαση πρωτοποριακών ντανταϊστικών έργων που εμπεριείχαν την πρόκληση προς το κοινό και το χλευασμό της τέχνης θεωρείται πλέον ανώτερη πνευματική λειτουργία αλλά όταν συμβαίνει στην πράξη έξω από τα πλαίσια της παράστασης ή του μουσείου θεωρείται φασιστικής εμπνεύσεως πράξη. Πραγματικά, αν ζούσε ακόμα ο Πίντερ, σίγουρα θα είχε να πει πολλά για αυτούς που τόσο «κόπτονται» για το θέατρο. Εάν αυτοί διεκδικούν τον πολιτισμό, τότε προτιμάμε να μείνουμε ...απολίτιστοι.

ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - Για τον Χάρολντ Πίντερ

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009 6:11 μμ |

pinter460.jpg"Ο Πίντερ, προς τιμήν του, παραμένει μόνιμη δημόσια όχληση, αμφισβητίας παραδεδομένων αληθειών, στη ζωή και την τέχνη. Μάλιστα, αυτά τα δύο αλληλεπιδρούν διαρκώς" 1


"Οταν κοιτάμε σε έναν καθρέφτη νομίζουμε ότι η αντανάκλασή μας είναι ακριβής. Αλλά αν μετακινηθούμε κατά ένα χιλιοστό, η εικόνα αλλάζει. Ουσιαστικά κοιτάμε μια ατελείωτη σειρά αντικατοπτρισμών. Ομως, κάποιες φορές ο συγγραφέας οφείλει να σπάσει τον καθρέφτη - γιατί η αλήθεια μάς κοιτά στα μάτια από την άλλη πλευρά αυτού του καθρέφτη." 


Ο Χάρολντ Πίντερ, γιος εβραίου ράφτη, γεννήθηκε στις 10 Οκτωβρίου του 1930 στο Χάκνι, συνοικία του ανατολικού Λονδίνου. Υπήρξε δραματουργός, ποιητής, σεναριογράφος και σκηνοθέτης θεατρικών παραστάσεων. Οχι άδικα, θεωρείται ο συγγραφέας με τη μεγαλύτερη επιρροή στο μεταπολεμικό θέατρο και έγραψε ορισμένα από τα σπουδαιότερα θεατρικά έργα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Μερικά από τα σημαντικότερα έργα του είναι  «Το Δωμάτιο» και "Dumb Waiter" (1957), «Πάρτι Γενεθλίων» (1958), «Ο Επιστάτης» (1959), «Ο Εραστής» (1962), «Επιστροφή» (1964), «Παλιοί Καιροί» (1971), «Προδοσία» (1979), "Τέφρα και Σκιά" (1996). Μαζί με άλλους συγγραφείς της δεκαετίας του '60 (Wesker, Arden, Osborne, Orton κ.ά.) εγκαινιάζουν μια νέα δραματουργία, όπου τα θέματα αποκαθηλώνονται από το βάθρο του μεγαλοπρεπούς και του ασυνήθιστου.  

Στα πρώτα του έργα είναι εμφανής η επιρροή του θεάτρου του παραλόγου, ιδιαίτερα του Μπέκετ και του Ιονέσκο, όμως γρήγορα οικοδομεί ένα πιο νατουραλιστικό τοπίο. Οι ήρωες ανήκουν σε μια τάξη που μαστίζεται απο υλικές και συναισθηματικές στερήσεις. Σύνηθες πεδίο τους είναι το δωμάτιο (καταφύγιο, κελί, παγίδα). Οι χώροι στους οποίους κινούνται περιλαμβάνουν χαρτόκουτα, παλιωμένες ξύλινες καρέκλες και γυμνά τραπέζια. Σε δεδομένη στιγμή εμφανίζεται ο ξένος πάνω στον οποίο προβάλλουν επιθυμίες, ενοχές, αναμνήσεις, νευρώσεις.

Ανιχνεύοντας μύχιες και σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής, ο Πίντερ χτίζει ένα σύμπαν όπου κυριαρχεί μια άγνωστη επερχόμενη απειλή, η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια. Η ανθρώπινη παρουσία αποκτά κωμικοτραγική χροιά καθώς αναζητά μάταια κάποια διέξοδο. Η γλώσσα χρησιμοποιείται περισσότερο ως όπλο και λιγότερο ως μέσο επικοινωνίας. Η ματαίωσή της -η παύση και η σιωπή- λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Αν και σε κλίμα αποδραματοποίησης, οι διάλογοι μεταξύ των προσώπων βρίθουν ενοχλητικών συνειρμών που διασαλεύουν την ηρεμία του αναγνώστη/θεατή. Οπως έλεγε ο ίδιος: "η γλώσσα στην τέχνη παραμένει ένα εξαιρετικά αμφίσημο πεδίο συναλλαγής, κινούμενη άμμος, τραμπολίνο, μια παγωμένη λίμνη, τον πάγο της οποίας μπορεί να σπάσει ανά πάσα στιγμή ο συγγραφέας όταν βαδίζει επάνω του."

Οι πολιτικές του απόψεις γίνονται πιο έντονες στα τελευταία του έργα και τον απασχολούν ζητήματα όπως η καταπίεση, τα βασανιστήρια, η καταστολή και η χειραγώγηση των ανθρώπων από την εξουσία. Ο Πίντερ υπήρξε πολιτικός ακτιβιστής, με παρεμβάσεις σε μια σειρά απο ζητήματα, όπως την προεδρία Ρίγκαν και την πρωθυπουργία Θάτσερ (την οποία είχε ψηφίσει και, μετανιώνοντας, με πικρία μιλούσε για την πιο επαίσχυντη πράξη της ζωής του), την εμπλοκή του ΟΗΕ στο Κόσοβο, την αμερικανο-βρετανική επίθεση στο Αφγανιστάν και τον πόλεμο στο Ιράκ. Ακόμη και κατά τη βράβευσή του με Νόμπελ το 2005, ζήτησε την παραπομπή των Μπους και Μπλερ στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ως εγκληματιών πολέμου. 

Αν θυμηθεί κανείς τα κατάπτυστα κείμενα διαμαρτυρίας που υπογράφονται τις τελευταίες μέρες απο τρόικες συγγραφέων επικαλούμενων τη διάσωση του πολιτισμού και τα λογοτεχνήματα που δημοσιεύσε εφημερίδα της επίσημης Αριστεράς, το κενό που αφήνει η μόνιμη πια παύση και σιωπή του Πίντερ μοιάζει δυσαναπλήρωτο.

 Η πολιτική κηδεία του έγινε την Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου στο Λονδίνο.

 

Πηγές:

1. The Life and Work of Harold Pinter, Michael Billington, Faber and Faber, London 1996

2. The Norton Anthology, English Literature, Vol.2, 1993

3. Landmarks of Modern English Drama, The Plays of The Sixties, Methuen, 1985.

 

  X.M.

    

1Tristram Kenton/Lebrecht

Η Καρδιά του Σκότους,Joseph Conrad

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2009 9:41 πμ |

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ.jpgΟ Μάρλοου, εμπορικός αντιπρόσωπος, ξεκινά ένα ταξίδι από την Αγγλία στο Κονγκό και μετά στο εσωτερικό της χώρας κατά μήκος του ποταμού, πεπεισμένος ότι η Ευρωπαϊκή αποικιοκρατία αντιπροσωπεύει την πεμπτουσία της ηθικής ανέλιξης και τη μοναδική ευκαιρία εκπολιτισμού των άξεστων αποικιών στην Αφρική. Θα επιχειρήσει να φτάσει στην καρδιά της Αφρικής, της άγνωστης ακόμη ηπείρου, αγνοεί όμως ότι στην πραγματικότητα οδηγείται στην καρδιά του σκότους. Μεταφέρει προμήθειες και τρόφιμα στον Κερτζ, ο οποίος, ενώ μέχρι τότε συνόψιζε για τους εργοδότες του τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό και τον θρίαμβο της ανθρώπινης ευφυΐας, έχει σταματήσει να δέχεται εντολές και διοικεί παραληρώντας και παριστάνοντας τον θεό. Λειτουργεί δηλαδή ως προσωποποίηση του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας. Από τη μια εξάγει τεράστιες ποσότητες ελεφαντοστού και από την άλλη οι σκλάβοι του πεθαίνουν της πείνας.

Όσο ο Μάρλοου προχωρά, ανακαλύπτει την αγριότητα και τη θηριωδία της εκμετάλλευσης, την αδίστακτη κερδοσκοπία της πλοιοκτήτριας εταιρείας που εκπροσωπεί. Γίνεται μάρτυρας του εξανδραποδισμού του γηγενούς πληθυσμού, του παράλογου βιασμού της γης και της ζούγκλας -που προσωποποιούνται στη φιγούρα της μαύρης ερωμένης του Κερτζ. Συνακόλουθα οι ψευδαισθήσεις του διαλύονται και στρέφεται υπέρ των βασανισμένων ιθαγενών.

Ο Μάρλοου δεν ταξιδεύει μόνο για να συναντήσει τον Κερτζ, αλλά και τον εαυτό του. Ακόμη και τα στοιχεία που συλλέγει γύρω από την προσωπικότητα του Κερτζ, καθοδόν, αρχίζουν να παίρνουν τη μορφή ονείρου ή νυχτερινής διαδρομής προς την δική του αυτογνωσία. Το κατέβασμα στο ποτάμι προσομοιάζει την καταβύθιση στο ασυνείδητο. Προχωρά δηλαδή ο ήρωας προς την συνάντηση με τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού του, ο Κερτζ είναι η «σκιά» του. Μαθαίνει σιγά-σιγά πόσο διεφθαρμένος και παράφρων είναι ο Κερτζ και ανακαλύπτει ότι και ο ίδιος πρέπει να επιλύσει την εσωτερική του αντίθεση.

Το κείμενο στο σύνολο του διατρέχεται από το μοτίβο της διαίρεσης και ολοκλήρωσης, της αντίθεσης και της επίλυσης της. Θα μπορούσε μερικώς να συγκριθεί με το ΄Ντέμιαν' του Εσσε ή το «Δόκτωρ Τζέκυλ και Κύριος Χάιντ» του Στήβενσον.  Έχουμε έτσι το διπλό ταξίδι στον ποταμό και στα βάθη της ύπαρξης. Τη διαπάλη και ανάμιξη του πολιτικού με το προσωπικό, την αντίθεση κατακτητών και κατεκτημένων, την επικείμενη ενοποίηση της διαιρεμένης προσωπικότητας του Μάρλοου, την επίλυση στη συντριβή της αθλιότητας του Κερτζ. Ως τυπικά μοντέρνο έργο, σφραγίζεται από την υποκειμενική πρόσληψη των εξωτερικών συμβάντων και από τον «ήρωα» με τον κατακερματισμένο εσωτερικό κόσμο. Η γλώσσα του Conradείναι τόσο υπαινικτική, που απλώνει έναν μυστηριακό τόνο σε ολόκληρη τη νουβέλα και κάνει την ανάγνωση αξέχαστη.

Ο Conradγεννήθηκε στην Πολωνία το 1857 και πέθανε στην Αγγλία το 1924. Θεωρείται από πολλούς φαινόμενο της παγκόσμιας λογοτεχνίας επειδή αν και Πολωνός, έγραψε στα αγγλικά, τα οποία έμαθε μετά τα 21 του και πολύ περισσότερο καθιερώθηκε ως μεγάλος στυλίστας. Η περιπλάνηση αυτή μεταξύ των δυο γλωσσών σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έζησε στην διαδοχή δυο αιώνων του χάρισαν το χαρακτηρισμό «συγγραφέας του μεταίχμιου».

Το Στρίψιμο της Βίδας, Henry James, Άγρα

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008 4:10 μμ |

5656_h.james.jpgΗ καινούρια γκουβερνάντα καταφθάνει σε ένα πλούσιο σπίτι στο Χαμσάιρ για να αναλάβει την φροντίδα των δυο παιδιών. Παρά τον ήπιο και καλό χαρακτήρα τους, σταδιακά αρχίζει να αισθάνεται περίεργα. Βλέπει έναν άνδρα που φαίνεται να ψάχνει κάτι, και γρήγορα ανακαλύπτει ότι το εν λόγω πρόσωπο είναι νεκρό, όπως ακριβώς και η προκάτοχός της. Στα όρια της νεύρωσης, εμπλέκεται σε μια μάχη ενάντια σε απροσδιόριστες δυνάμεις του κακού για να υπερασπιστεί τους μαθητές της απέναντι σε αόρατους εχθρούς.

Το Στρίψιμο της Βίδας χαρακτηρίζεται ως η πιο αμφισβητήσιμη δουλειά του Henry James και έχουν γίνει αναρίθμητες προσπάθειες να ερμηνευτεί. Ποτέ δεν ξεκαθαρίζεται εάν τα φαντάσματα ή οράματα αποτελούν αληθινή απειλή για τα παιδιά ή είναι αποκύημα των παραισθήσεων της μοναχικής και σεξουαλικά καταπιεσμένης παιδαγωγού. Από την πρώτη ως την τελευταία αράδα του κειμένου όλα μπορούν να διαβαστούν προς τη μια η την άλλη κατεύθυνση, καθιστώντας την αμφιλογία το βασικότερο χαρακτηριστικό του βιβλίου.

Ο James οικοδομεί μια πραγματικά αριστοτεχνική κατασκευή η οποία λειτουργεί ως φάρσα απέναντι στον αναγνώστη του. Όταν ανακαλύπτεις το οδηγητήριο νήμα της ιστορίας γελάς με την ανοησία σου που κατάφερε να το χάσει. Έχεις όμως πλήρη συνείδηση για το ότι ο συγγραφέας δεν θέλει να φτάσεις στο κρυμμένο νόημα, αλλά αντιθέτως σου στήνει τη μια παγίδα μετά την άλλη προκειμένου να σε φέρει σε δύσκολη θέση. Μάλιστα, όταν τον προκαλούσαν με δύσκολες ερωτήσεις που θα αποκάλυπταν τις προθέσεις του, ο Henry James συστηματικά απέφευγε να απαντήσει λέγοντας ότι το Στρίψιμο γράφτηκε για οικονομικούς λόγους!

Χ.Μ.

28 ποιητές γράφουν για τα γεγονότα των ημερών

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008 9:36 πμ |

http://www.e-poema.eu/poem.php?id=154&pid

 

 Το ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση e-poema παίρνει την πρωτοβουλία να συσπειρώσει εγνωσμένους Έλληνες ποιητές -της παλαιότερης και της νεότερης γενιάς- με στόχο μια διαφορετική αντιμετώπιση και τοποθέτηση έναντι της περιρρέουσας πραγματικότητας των τελευταίων ημερών. Με μόνο όπλο τους στίχους.

Συμμετέχουν με ποιήματα γραμμένα εν θερμώ ή, σε περιπτώσεις, με ήδη υπάρχοντα τα οποία προφητικά ταιριάζουν στην περίσταση, οι:

Μαριγώ Αλεξοπούλου, Νάνος Βαλαωρίτης, Γιώργος Βέης, Φοίβη Γιαννίση, Mιχάλης Γκανάς, Βερονίκη Δαλακούρα, Γιώργος Δουατζής, Γιάννης Ευθυμιάδης, Σταύρος Ζαφειρίου, Δημήτρης Καλοκύρης, Γιάννης Κοντός, Γιάννης Λειβαδάς, Χριστόφορος Λιοντάκης, Γιώργος Μαρκόπουλος, Μιχαήλ Μήτρας, Γιώργος Μπλάνας, Δάφνη Νικήτα, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Παυλίνα Παμπούδη, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Γιάννης Η. Παππάς, Στρατής Πασχάλης, Σταμάτης Πολενάκης, Βασίλης Ρούβαλης, Ντίνος Σιώτης, Γιάννης Στίγκας, Νατάσα Χατζιδάκι, Γιώργος Χουλιάρας.

Τα 28 ποιήματα είναι μια ελάχιστη αντίδραση στα τρέχοντα γεγονότα, ένα αντίδοτο στην κατάθλιψη, την απαξίωση και την αίσθηση υποχώρησης των πάντων, σε πολιτιστικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.
Το ανθολόγιο που προκύπτει από αυτή την αυθόρμητη κίνηση, δημοσιεύεται άμεσα στο περιοδικό (
www.e-poema.eu) και ήδη αποστέλλεται σε περίπου 7.000 παραλήπτες e-mail, ως "Ποίημα της εβδομάδας"

Θανάσης Σκρουμπέλος - Μπλε Καστόρινα Παπούτσια

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008 10:16 πμ |

Μπλε Καστόρινα Παπούτσια

Το τελευταίο βιβλίο της τριλογίας του συγγραφέα Εμφύλιος, που αρχίζει με το «Οι Κόκκινοι Φίλοι μου» και συνεχίζεται με το «Bella Ciao».

Οι ταραγμένες μέρες του 1963-1964 αναβιώνουν μπροστά στα μάτια μας, ξεκινώντας από τον Νοέμβρη του 1964 κατά τον εορτασμό για την επέτειο της ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοποτάμου, την πρώτη επέτειο όπου συμμετείχε το επίσημο κράτος. Όλα συμβαίνουν γύρω από το ανυπόληπτο μαγαζί «Χαβάη» που θα μπορούσε να ιδωθεί ως η ίδια η Ελλάδα μεταφορικά. Πρώην χίτες, παρακρατικοί, τραβεστί κ.λπ. παρελαύνουν μέσα στις σελίδες που παρουσιάζουν το κοινωνικό περιθώριο της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής Ελλάδας.

«Με σπαρταριστούς χαρακτήρες, όπως τον γοητευτικό πρωταγωνιστή Τρίλια ή Γαζούρη ή Γόη ή Άλογο, τον κυρ-Χρήστο, πανίσχυρο αφεντικό της "Χαβάης", τον μυστήριο, θεληματικό Μπόη, τον Μαλατσία, την Αριστέα, τη Νένα, πλήθος δευτερεύοντες χαρακτήρες και πυκνή πλοκή που κόβει την ανάσα, το μυθιστόρημα ξετυλίγει με τέχνη μικρά άγνωστα περιστατικά της εποχής και τις υπόγειες διαδρομές που τα συνδέουν με τα γνωστά πολιτικά γεγονότα.»

Ο πεζογράφος έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, έχει γράψει και μεταφράσει θεατρικά έργα και έχει σκηνοθετήσει ντοκιμαντέρ και ταινίες. Είναι από τα ιδρυτικά μέλη της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδος



Bella Ciao!

Το να είσαι παιδί στον Εμφύλιο και να ζεις στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης αποτελεί μια εμπειρία για την οποία η "επίσημη" Ιστορία αναφέρει ελάχιστα και οι προφορικές μαρτυρίες πολύ περισσότερα.
Το μυθιστόρημα του Θανάση Σκρουμπέλου στηρίζεται σε αυθεντικά ντοκουμέντα, αλλά δεν είναι απλώς η ιστορία των κακοποιημένων παιδιών που επέζησαν, ούτε μια ακόμα μαρτυρία για τον Εμφύλιο.
Είναι ένας πειστικός πίνακας της εμφυλιοπολεμικής εποχής από τη σκοτεινή μεριά των πραγμάτων.
Η Μπέλα Τσάο, ο Μουρκέας, ο Πόλι, ο Πέρρης, οι απάνθρωποι "μπόκοι", είναι οι πρωταγωνιστές μιας συναρπαστικής ιστορίας όπου το αίμα ζητάει απεγνωσμένα το αίμα: πρόκειται για το άγριο αίμα του Εμφυλίου, το οποίο είτε αγοράζεται μισοτιμής από τον αντίπαλο (με την μορφή της παράνομης υιοθεσίας) είτε παίρνει τυφλά την εκδίκησή του, με την πιο θανάσιμη σκληρότητα που γνώρισε ποτέ ο τόπος. Ένα μυθιστόρημα για αναγνώστες με γερά νεύρα.

ΟΙ ΚΟΚΚΙΝΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ, ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΔΙΚΤΑΤΟΡΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ "ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ"

Οι κόκκινοι φίλοι μου του Θανάση Σκρουμπέλου είναι ένας συνδυασμός ντοκουμέντου και μυθιστορήματος. Μέσα από τη διαμάχη ιδεών και φιλοσοφίας ζωής δυο αντρών, προβάλλει η ιστορία της αντιδικτατορικής οργάνωσης "Ρήγας Φεραίος" και μαζί οι αναζητήσεις και οι προβληματισμοί μιας ολόκληρης γενιάς αντιδικτατορικών αγωνιστών. Ο ένας ήρωας είναι κάποιος νεαρός οργανωμένος στο Ρήγα και ο άλλος ένας δημοκρατικός ώριμος άντρας από τους Έλληνες του Νότου. Σκηνικός χώρος το Βαλπαραΐσο. Εκεί συναντιούνται οι δυο άντρες, μια και ο νεαρός έχει μπαρκάρει με άλλους δυο συντρόφους του, ψάχνοντας επαφή με τις αντάρτικες ομάδες, και το πλοίο του έχει κάνει σκάλα στο Βαλπαραΐσο. Ο ώριμος άντρας προσπαθεί να πείσει το νεαρό για το αδιέξοδο αυτού του τρόπου δράσης και έτσι μέσα από αυτή τη διαπάλη τους ανακαλούνται παλιοί φίλοι και γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας. Έρχονται στο φως οι πρώτες ανακοινώσεις του Ρήγα, το πρώτο του Κεντρικό Συμβούλιο, η ομάδα των Καλαματιανών συντρόφων του νεαρού ήρωα, καθώς και οι συλλήψεις, τα βασανιστήρια και η αντίσταση αυτών των νέων που άφησαν σπίτια, σπουδές και καριέρα, για να ορθώσουν ανάστημα κατά της δικτατορίας.

ΤΑ ΦΙΔΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΛΩΝΟ

Αυτό το βιβλίο αφηγείται μία και μόνη ιστορία: την άγνωστη στους νεότερους Ιστορία που άνδρωσε τη μετεμφυλιακή Ελλάδα της μειονεξίας και της κακομοιριάς. Την Ελλάδα που ανέδειξε τη φορμάικα και το μπετόν ως πάγια συστατικά του μικροαστικού της ύφους. Την Ελλάδα που μια ζωή μεταμορφώνει τα καλύτερα παιδιά της σε φίδια απελπισμένα, φίδια της χειμέριας νάρκης και ερπετά της σύντομης άνοιξης. Ο Θανάσης Σκρουμπέλος, μέσα από μια πολυφωνική αφήγηση (που παραπέμπει, ως προς την αδρότητα και τον αυθεντικό της ρεαλισμό, στον Μάριο Χάκκα) αναδεικνύει με δραματικό τρόπο -και όσο κανένας σύγχρονος πεζογράφος- τις πιο σκοτεινές πτυχές της νεότερης Ελλάδας.

 

 Υ.Γ. από Δημήτρη Ν.

Όσο και να διαφωνεί κανείς με τις απόψεις του συγγραφέα, έτσι όπως παρουσιάζονται στα βιβλία του, πιστεύω ότι αξίζει να τα διαβάσει κανείς. Μας βοηθάει να κατανοήσουμε το κλίμα των περιόδων στις οποίες αναφέρεται ή και να μάθουμε πράγματα για τα οποία μόνο επιφανειακά μπορεί να έχουμε ακούσει ως τώρα. Επίσης ξενίζει λίγο το ότι χρεώνει σκέψεις και απόψεις στους ήρωές του που μάλλον μεταγενέστερες θα πρέπει να είναι, με βάση τα συμπεράσματα του ίδιου του συγγραφέα. Ιδιαίτερα το Bella Ciao συγκλονίζει με αυτά που αναφέρει για τα ορφανοτροφεία - κολαστήρια της Φρ(ειδερ)ίκης.

Προσωπικά υπάρχει άλλο ένα στοιχείο που με συγκινεί. Είναι ότι το επίκεντρο των ιστοριών του είναι ο Κολωνός. Κάποια ονόματα από αυτά που χρησιμοποιεί  δεν τα έχω μόνο ακουστά αλλά κάποιοι υπήρξαν και γνωστοί μου, φίλοι της οικογένειάς μου (Μπόης, Λουκάτος κ.λπ.). Δεν μπορώ να ξέρω αν ο συγγραφέας χρησιμοποιεί απλώς τα ονόματα και φτιάχνει δικές του ιστορίες ή αν τα γεγονότα είναι πραγματικά, πάντως μου θυμίζουν ιστορίες που έχω ακούσει.

Ο Γιώργος ο Μπόης για παράδειγμα ήταν πραγματικό πρόσωπο. Τον είχα γνωρίσει προσωπικά και τον θυμάμαι, ήμουν στο γυμνάσιο όταν πέθανε. Αν δεν κάνω λάθος ήταν γραμματέας της ΕΠΟΝ του Κολωνού, κυνηγήθηκε, το '68 συντάχθηκε με το ΚΚΕ (εσωτερικού). Κάποια από τα βιβλία που έχω στη βιβλιοθήκη μου κάποτε ήταν στη δική του. Κάτι σαν κληρονομιά στα πιτσιρίκια που αγαπούσε, μιας και ο ίδιος δεν είχε παιδιά.